Τηλ: 210 6029006 - Κιν: 697 3546407 ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ 55 - ΠΑΙΑΝΙΑ

Μια νέα μελέτη με επικεφαλής ερευνητές από το University of California-Los Angeles επικυρώνει την πρώτη «εξέταση εκλογής» για τη μέτρηση της ατροφίας (της απώλειας ιστού) στον ιππόκαμπο του εγκεφάλου – έναν πρώιμο δείκτη της νόσου Alzheimer.

Η τεχνική αυτή θα χρησιμοποιηθεί όχι μόνο στην έρευνα του Alzheimer σε όλον τον κόσμο – βοηθώντας έτσι την ανάπτυξη νέων φαρμάκων για την πρόληψη ή την θεραπεία της νόσου – αλλά σύμφωνα με την ομάδα της μελέτης οι κλινικοί γιατροί μπορεί σύντομα να χρησιμοποιούν τη μέθοδο για την πρώιμη διάγνωση της νόσου Alzheimer.

Η επικεφαλής της έρευνας Dr. Liana Apostolova, διευθύντρια του εργαστηρίου νευροαπεικόνισης στο Mary S. Easton Center for Alzheimer’s Disease Research at UCLA και οι συνεργάτες της, δημοσιεύουν τα ευρήματά τους στο περιοδικό Alzheimer’s and Dementia.

Περίπου 5,3 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ ζουν με τη νόσο Alzheimer, εκ των οποίων 5,1 εκατομμύρια είναι ηλικίας 65 ετών και άνω. Κατά τη διάρκεια των επόμενων 10 ετών, εκτιμάται ότι ο αριθμός των ηλικιωμένων που θα επηρεαστούν από τη νόσο θα αυξηθεί κατά 40% σε 7,1 εκατομμύρια, τονίζοντας την ανάγκη για νέες στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας.

Στη νόσο Alzheimer, η απώλεια μνήμης είναι ένα από τα πρώτα συμπτώματα που εμφανίζονται. Μέσω ειδικών εξετάσεων μαγνητικού συντονισμού (MRI), οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι αυτό οφείλεται σε ατροφία του ιππόκαμπου – μίας περιοχής του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη – πιθανώς λόγω του σχηματισμού πλακών β-αμυλοειδούς και ινιδικών σχηματισμών της  πρωτεΐνης TAU.

Αυτού του είδους εξετάσεις MRI έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί σε κλινικές και ερευνητικές μελέτες για τη διάγνωση και την αξιολόγηση της εξέλιξης της νόσου Alzheimer. Αλλά η Dr. Apostolova και οι συνεργάτες του σημειώνουν ότι η εγκυρότητα τέτοιων εξετάσεων MRI για τους σκοπούς αυτούς έχει αμφισβητηθεί, ενώ ένας αριθμός από διαφορετικές τεχνικές εξετάσεων MRI χρησιμοποιούνται σήμερα, από τις οποίες μπορεί να προκύψουν διαφορετικά αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, διαφορετικές δομικές εξετάσεις MRI που εφαρμόζονται στον ίδιο ιππόκαμπο μπορεί να δείξουν διαφορές ως προς το μέγεθος έως 2.000 κυβικά χιλιοστόμετρα (τη στιγμή που ο μέσος όρος όγκου του ανθρώπινου ιππόκαμπου είναι γύρω στα 3.000-4.000 κυβικά χιλιοστόμετρα συνολικά).

Επιπλέον, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι καμία από τις προηγούμενες μελέτες δεν κατέληξε σε σαφές συμπέρασμα ότι ο όγκος του ιππόκαμπου σχετίζεται με την απώλεια ιστού.

Ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του όγκου του ιππόκαμπου και δεικτών της νόσου Alzheimer

Χρησιμοποιώντας ένα πανίσχυρο μαγνητικό τομογράφο 7 Tesla, η ομάδα ανέλυσε τους εγκεφάλους 9 ασθενών με Alzheimer που απεβίωσαν πρόσφατα και σύγκρινε τα αποτελέσματα με τους εγκεφάλους 7 ασθενών με φυσιολογική γνωστική λειτουργία που επίσης απεβίωσαν πρόσφατα, δημιουργώντας μία πρωτοφανή απεικόνιση των ιστών του ιππόκαμπου, όπως αναφέρει η Dr. Apostolova.

Οι ερευνητές στη συνέχεια χρησιμοποίησαν την τεχνική HARP για τη μέτρηση του όγκου του ιππόκαμπου όλων των ασθενών, πριν να προχωρήσουν στην αξιολόγηση της συσσώρευσης των πρωτεϊνών Tau σε κάθε εγκέφαλο και στην  μέτρηση απώλειας εγκεφαλικών κυττάρων – δύο βασικών δεικτών της νόσου Alzheimer.

Η ομάδα διαπίστωσε ότι υπήρχε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του όγκου του ιππόκαμπου, της συσσώρευσης της πρωτεΐνης Tau και της απώλειας κυττάρων του εγκεφάλου. Οι ερευνητές λένε ότι αυτό παρέχει «παθολογοανατομική επιβεβαίωση» ότι μορφομετρικές μετρήσεις του ιππόκαμπου αποτελούν έγκυρο βιολογικό δείκτη για τη νόσο Alzheimer και ότι η μέθοδος HARP είναι μια αποτελεσματική τεχνική για τη μέτρησή του όγκου του ιππόκαμπου.

Η Dr. Apostolova προσθέτει:

«Ως αποτέλεσμα του επί ετών αυστηρού επιστημονικού έργου αυτής της κοινοπραξίας, η ατροφία του ιππόκαμπου μπορεί τελικά να καθοριστεί αξιόπιστα και επαναλήψιμα από ειδικές εξετάσεις MRI.

Αυτό το πρωτόκολλο εξέτασης του ιππόκαμπου θα αποτελέσει τώρα το χρυσό κανόνα στον τομέα, και θα υιοθετηθεί  από πολλές, αν όχι από όλες, τις ερευνητικές ομάδες σε όλο τον κόσμο στη μελέτη τους γύρω από  τη νόσο Alzheimer. Θα χρησιμεύσει ως ένα ισχυρό εργαλείο σε κλινικές δοκιμές για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας νέων φαρμάκων στην επιβράδυνση ή την αναστολή της εξέλιξης της νόσου. «


ΠΗΓΗ